Σας ευχαριστώ κύριε Πρόεδρε,
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Πάντοτε η συζήτηση για τον προϋπολογισμό μάς προσφέρει μία διπλή ευκαιρία. Μια ευκαιρία για απολογισμό και αναστοχασμό από τη μια, μια ευκαιρία για προγραμματισμό και σχεδιασμό από την άλλη.
Σε αυτή τη συζήτηση νομίζω ότι έχει νόημα κανείς να ξεκινάει από το πλαίσιο, δηλαδή πού βρισκόμαστε και πώς η συγκυρία στην οποία συζητάμε τον προϋπολογισμό εντάσσεται μέσα σε ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο.
Αρκεί κανείς να κάνει τη σύγκριση με το πού βρισκόμασταν δέκα χρόνια πριν – το 2015 – ποιο ήταν το φάσμα της χρεοκοπίας που ίσχυε τότε, το φάσμα της αποσταθεροποίησης, ο φόβος, για να κάνει τη σύγκριση και να δει πως έχουμε κάθε λόγο σήμερα να ατενίζουμε το μέλλον πολύ πιο αισιόδοξα.
Αισιόδοξα, επιτρέψτε μου όμως να πω, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει αυτάρεσκα. Η εποχή της αυταρέσκειας έχει τελειώσει. Είμαστε στην εποχή της κινητικότητας, της περιέργειας και με περισυλλογή και ωριμότητα θέλουμε διαρκώς να βελτιώνουμε τους εαυτούς μας, διαρκώς να γινόμαστε καλύτεροι.
Έχει κατακτηθεί η σταθερότητα οικονομικά της χώρας; Είναι αυτός ο προϋπολογισμός, είναι γενικά η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης η στέρεα βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθούν όλες οι πολιτικές που διαρθρώνονται από τη χώρα;
Η απάντηση είναι ναι.
Και αυτό αρκεί κανείς να δει πρώτα τα στοιχεία και να μεταφράσει αυτά τα στοιχεία σε κοινωνικές πραγματικότητες για να το αξιολογήσει. Είτε μιλάμε για το χρέος, το πώς αποκλιμακώθηκε μέσα στο χρόνο: από το 183,2% του ΑΕΠ όταν ξεκινούσαμε το 2019, στο 147,5% του χρόνου, είτε δει κανείς τους ρυθμούς ανάπτυξης, το 2,2% φέτος είναι πολλαπλάσιο του 0,8% που είναι ο μέσος όρος της Ευρωζώνης. Το 2,3% που προβλέπεται του χρόνου είναι παραπάνω από το 1,3% που προβλέπεται για την Ευρωζώνη.
Ο κατώτατος μισθός εξελίχθηκε από τα 650€ το 2019, σήμερα είναι στα 830€, θα φτάσει στα 950€ ευρώ στο τέλος της τετραετίας. Και η ανεργία έχει αποκλιμακωθεί από το 17,3% σε μονοψήφια περίπου ποσοστά, θα είναι στα 9,7% του χρόνου.