https://apothesis.eap.gr/archive/item/193804
Κύρια Αρχεία Διατριβής
ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΧΡΗΣΤΩΝ ΨΥΧΟΤΡΟΠΩΝ ΟΥΣΙΩΝ
Περιγραφή: ΖΑΡΕΙΦΟΠΟΥΛΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΜΥ.pdf (pdf)
Μέγεθος: 1.8 MB
ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΧΡΗΣΤΩΝ ΨΥΧΟΤΡΟΠΩΝ ΟΥΣΙΩΝ
- MSc thesis
- Διοίκηση Μονάδων Υγείας (ΔΜΥ)
- 24 Σεπτεμβρίου 2023
- Ελληνικά
- 119
- ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΗΣ
- ποιότητα ζωής ∙ ψυχολογικές ανάγκες∙ ΟΚΑΝΑ ∙ υγεία ∙ συννοσηρότητα ∙ ουσιοεξάρτηση
- ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ''ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΜΟΝΑΔΩΝ ΥΓΕΙΑΣ''
- 4
- 6
- 126
ΣΕΛΙΔΕΣ 119
- .......3.3 Συννοσηρότητα
- Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια το φαινόμενο αναδύθηκε σε ύψιστο βαθμό στις συζητήσεις πολιτικού επιπέδου και επαγγελματιών υγείας, καθώς έγινε προφανές ότι αφορά μεγάλο και συνεχώς αυξανόμενο αριθμό ατόμων (EMCCDA, 2004).
- Η συννοσηρότητα ή διπλή διάγνωση , ορίζεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) ως η συνύπαρξη μιας ή περισσότερων διαταραχών που εμφανίζονται ταυτόχρονα στο ίδιο άτομο (ΠΟΥ, 1995). Σύμφωνα µε το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC), άτοµο µε διπλή διάγνωση είναι εκείνο για το οποίο έγινε διάγνωση προβλήματος κατάχρησης αλκοόλ ή ναρκωτικής ουσίας, αλλά και κάποιας άλλης διάγνωσης, συνήθως ψυχιατρικής ασθένειας, π.χ. μανιοκατάθλιψη, σχιζοφρένεια (EMCCDA, 2004).
- Από ερευνητικά στοιχεία προκύπτουν ενδείξεις ότι οι ψυχιατρικές διαταραχές και οι διαταραχές της προσωπικότητας προϋπάρχουν συνήθως των διαταραχών που οφείλονται στη χρήση ουσιών, δηλαδή αυξάνουν την επιρρέπεια των ατόμων σε τέτοια προβλήματα· ωστόσο, οι ψυχιατρικές διαταραχές ενδέχεται επίσης να επιδεινωθούν λόγω της χρήσης ναρκωτικών ή να εκδηλωθούν παράλληλα (EMCCDA, 2004). Πολλά άτομα που αναπτύσσουν διαταραχές χρήσης ουσιών (SUD) διαγιγνώσκονται επίσης με ψυχικές διαταραχές και το αντίστροφο. Πολλαπλές έρευνες εξαρτημένου πληθυσμού έχουν δείξει ότι περίπου οι μισοί από αυτούς που βιώνουν κάποια ψυχική ασθένεια κατά τη διάρκεια της ζωής τους, θα εμφανίσουν επίσης διαταραχή χρήσης ουσιών ή αντίστροφο.
- ...
- Αν και οι μελέτες για τη συννοσηρότητα, που αφορούν νέους είναι αρκετά λιγότερες, έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε έφηβους σε τέσσερις πόλεις των ΗΠΑ, δείχνει ότι έφηβοι με διαταραχές χρήσης ουσιών έχουν επίσης υψηλά ποσοστά συνυπάρχουσας ψυχικής ασθένειας, ενώ πάνω από το 60 % των εφήβων που έχουν ενταχθεί σε προγράμματα θεραπείας, πληρούν επίσης διαγνωστικά κριτήρια για τη συνύπαρξη κάποιας άλλης ψυχικής νόσου (Hser et al., 2001). 10
- https://www.samhsa.gov/data/population-data-nsduh
Οι διαταραχές που καταγράφονται συχνότερα είναι η κατάθλιψη και η διπολική
διαταραχή (Conway et al., 2006), διαταραχή ελλειμματικής προσοχής
υπερκινητικότητας (ADHD) (De Alwis et al, 2014).
Ο εθισμός στις ουσίες μπορεί να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της
ζωής ενός ανθρώπου. Ωστόσο έχει παρατηρηθεί, ότι η χρήση ναρκωτικών ουσιών
ξεκινά συνήθως στην εφηβεία (Sheidow et al., 2012).
3.4. Θεραπευτικές δομές
Στη διεθνή βιβλιογραφία περιγράφονται τρία μοντέλα παροχής υπηρεσιών για
τη θεραπεία της συννοσηρότητας (EMCDDA, 2004):
Διαδοχική θεραπεία. Οι ψυχιατρικές διαταραχές και οι διαταραχές
που οφείλονται στη χρήση ουσιών θεραπεύονται διαδοχικά και
δυστυχώς, η επικοινωνία μεταξύ των υπηρεσιών είναι ελάχιστη.
Συνήθως, οι ασθενείς υποβάλλονται σε θεραπεία για τα σοβαρότερα
προβλήματα πρώτα και μόλις ολοκληρωθεί η θεραπεία αυτή,
υποβάλλονται σε θεραπεία για τα υπόλοιπα προβλήματά τους.
Ωστόσο, το μοντέλο αυτό ενδέχεται επίσης να έχει ως αποτέλεσμα τη
συνεχή παραπομπή των ασθενών σε διάφορες υπηρεσίες, χωρίς να
μπορεί καμία υπηρεσία να ανταποκριθεί στις ανάγκες τους.
Παράλληλη θεραπεία. Η θεραπεία των δύο διαφορετικών διαταραχών
πραγματοποιείται ταυτόχρονα. Οι υπηρεσίες θεραπείας των
ουσιοεξαρτήσεων και οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας συνεργάζονται για
την ταυτόχρονη παροχή υπηρεσιών. Οι ανάγκες των δύο θεραπειών
αντιμετωπίζονται συχνά µε διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις
και το ιατρικό μοντέλο της ψυχιατρικής ενδέχεται να έρχεται σε
σύγκρουση µε τον ψυχοκοινωνικό προσανατολισμό των υπηρεσιών
θεραπείας των ουσιοεξαρτήσεων.
Ολοκληρωμένη θεραπεία. Η θεραπεία παρέχεται σε ψυχιατρική
υπηρεσία ή υπηρεσία θεραπείας των ουσιοεξαρτήσεων ή στο πλαίσιο ειδικής υπηρεσίας ή προγράμματος συννοσηρότητας. Η συνεχή
παραπομπή σε άλλες υπηρεσίες αποφεύγεται. Οι θεραπείες
περιλαμβάνουν παρωθητικές και συµπεριφορικές παρεμβάσεις,
πρόληψη της υποτροπής, φαρμακοθεραπεία και κοινωνικές
προσεγγίσεις.
Διαχείριση κατά περίπτωση.
Η διαχείριση κατά περίπτωση, ως
μέθοδος συντονισμού της θεραπείας των ασθενών, ώστε να
διασφαλίζεται εξατομικευμένη διαδοχική ή παράλληλη περίθαλψη, και
ως μέθοδος παροχής συνδρομής στους ασθενείς ώστε να βρουν το
δρόμο τους στο λαβύρινθο του θεραπευτικού συστήματος, φαίνεται να
σπανίζει στην ΕΕ. Η Γαλλία αναφέρει ότι θεσπίζεται συνεργασία
μεταξύ των υπηρεσιών θεραπείας των ουσιοεξαρτήσεων και των
ψυχιατρικών υπηρεσιών µε στόχο την οργάνωση κοινών εισαγωγών
και την κοινή διαχείριση των περιπτώσεων για τους ασθενείς που
πάσχουν από ψυχιατρικά προβλήματα και προβλήματα εξάρτησης·
ωστόσο, η συνεργασία αυτή περιορίζεται συχνά σε συγκεκριμένες
περιπτώσεις. Στο Λουξεμβούργο καθώς και τις Κάτω Χώρες, οι
επαγγελματίες αναγνωρίζουν πλέον ότι η διαχείριση κατά περίπτωση
είναι η αποτελεσματικότερη μέθοδος για την αντιμετώπιση των
ασθενών µε διπλή διάγνωση, είναι όμως δαπανηρή και χρονοβόρα και
απαιτεί ειδικές επαγγελματικές δεξιότητες. Ωστόσο, σε ορισμένες
χώρες, εφαρμόζεται ένα είδος διαχείρισης κατά περίπτωση, γνωστό µε
την ονομασία «δυναμική θεραπεία κοινότητας» (assertive community
treatment).
3.5. Ουσιοεξάρτηση στην Εφηβεία
Αν και η χρήση ναρκωτικών και ο εθισμός μπορεί να συμβεί οποιαδήποτε
στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου, η χρήση ναρκωτικών ξεκινά συνήθως
στην εφηβεία, μια περίοδο κατά την οποία εμφανίζονται συνήθως τα πρώτα σημάδια ψυχικής ασθένειας. Συννοσηρότητες μπορούν επίσης να παρατηρηθούν στους νέους.
(Sheidow AJ, 2012) (Bukstein OG, 2010) (Sterling S, 2010). Κατά τη διάρκεια της
μετάβασης στη νεαρή ενήλικη ζωή (ηλικία 18 έως 25 ετών), τα άτομα με
συννοσηρείς διαταραχές χρειάζονται συντονισμένη υποστήριξη για να τους
βοηθηθούν και να ανταπεξέλθουν σε πιθανές αγχωτικές αλλαγές στην εκπαίδευση,
την εργασία και τις σχέσεις (Sheidow AJ, 2012).
Ο εγκέφαλος συνεχίζει να αναπτύσσεται κατά την περίοδο της εφηβείας. Τα
κυκλώματα που ελέγχουν εκτελεστικές λειτουργίες όπως η λήψη αποφάσεων και ο
έλεγχος των παρορμήσεων είναι από τα τελευταία που ωριμάζουν, γεγονός που
ενισχύει την τρωτότητά του στη χρήση ναρκωτικών και την τάση για εθισμό σε
ουσίες. (Winters KC, 2014) (Kelly TM, 2013).
Η χρήση ναρκωτικών σε μικρή ηλικία
είναι
ένας ισχυρός παράγοντας κινδύνου για μεταγενέστερη ανάπτυξη
ουσιοεξάρτησης, (Winters KC, 2014) και μπορεί επίσης να είναι ένας παράγοντας
κινδύνου για την μετέπειτα εμφάνιση άλλων ψυχικών ασθενειών (Barkus E, 2010)
(Parakh P, 2013). Ωστόσο, αυτή η σύνδεση δεν είναι απαραίτητα απόλυτη και μπορεί
να επηρεάζεται από άλλους παράγοντες κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της
γενετικής ευπάθειας, των ψυχοκοινωνικών εμπειριών ή/και γενικές περιβαλλοντικές
επιρροές. (Parakh P, 2013) (Pelayo-Terán JM, 2012).
Είναι επίσης αλήθεια ότι η ύπαρξη ψυχικής διαταραχής στην παιδική ή
εφηβική ηλικία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο μεταγενέστερης χρήσης.
Ορισμένες
έρευνες έχουν βρει ότι η ψυχική ασθένεια μπορεί να προηγείται μιας διαταραχής
χρήσης ουσιών, υποδηλώνοντας ότι η καλύτερη διάγνωση της ψυχικής ασθένειας των
νέων μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της συννοσηρότητας.
Μελέτη διαπίστωσε ότι η
διπολική διαταραχή στην εφηβεία ενέχει μεγαλύτερο κίνδυνο επακόλουθης
ουσιοεξάρτησης. (O’Neil KA, 2011).
Πολυάριθμες μελέτες έχουν τεκμηριώσει αυξημένο κίνδυνο για διαταραχές
χρήσης ουσιών σε νέους με ΔΕΠΥ (ADHD) χωρίς θεραπεία, αν και ορισμένες
μελέτες υποδεικνύουν ότι μόνο εκείνοι με συννοσηρότητες και διαταραχές
συμπεριφοράς έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να αναπτύξουν αργότερα διαταραχή
χρήσης ουσιών (Wilens TE, 2011) (Zulauf CA, 2014). Δεδομένης αυτής της σχέσης,
είναι σημαντικό να προσδιοριστεί εάν η αποτελεσματική θεραπεία της ΔΕΠΥ θα μπορούσε να αποτρέψει την επακόλουθη χρήση ναρκωτικών και τον εθισμό. Η
θεραπεία της παιδικής ΔΕΠΥ (ADHD) με διεγερτικά φάρμακα, όπως η
μεθυλφαινιδάτη ή η αμφεταμίνη, μειώνει την παρορμητική συμπεριφορά, τις ταραχές
και την αδυναμία συγκέντρωσης που χαρακτηρίζουν τη ΔΕΠΥ (ADHD) (Nelson A,
2012).
Αυτός ο κίνδυνος αποτελεί πρόκληση κατά τη θεραπεία παιδιών με ΔΕΠΥ
(ADHD), καθώς η αποτελεσματική θεραπεία συχνά περιλαμβάνει τη
συνταγογράφηση διεγερτικών φαρμάκων με δυνατότητα εθισμού. Αν και η έρευνα
δεν είναι ακόμη οριστική, πολλές μελέτες υποδεικνύουν ότι τα φάρμακα για τη
ΔΕΠΥ (ADHD) δεν αυξάνουν τον κίνδυνο διαταραχής χρήσης ουσιών στα παιδιά με
αυτή την πάθηση (Zulauf CA, 2014) (Nelson A, 2012). Είναι σημαντικό να
συνδυαστεί η διεγερτική φαρμακευτική αγωγή για τη ΔΕΠΥ (ADHD) με την
κατάλληλη οικογενειακή και παιδική εκπαίδευση καθώς και συμπεριφορικές
παρεμβάσεις , συμπεριλαμβανομένης της παροχής συμβουλών για τη χρόνια φύση
της ΔΕΠΥ (ADHD) και τον κίνδυνο για μελλοντικό εθισμό σε ναρκωτικές ουσίες
(Santucci, 2012).
3.5.1 Αιτίες
Ο υψηλός επιπολασμός της συννοσηρότητας μεταξύ διαταραχών χρήσης
ουσιών και άλλων ψυχικών ασθενειών δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το ένα
προκάλεσε το άλλο, ακόμα κι αν κάποιο εμφανίστηκε πρώτο. Η καθιέρωση της
αιτιότητας είναι δύσκολη για διάφορους λόγους. Για παράδειγμα, τα προβλήματα
συμπεριφοράς ή συναισθηματικά προβλήματα μπορεί να μην είναι αρκετά σοβαρά
για μια διάγνωση, αλλά τα υποκλινικά προβλήματα ψυχικής υγείας μπορεί να
οδηγήσουν σε χρήση ναρκωτικών. Επίσης, οι αναμνήσεις των ανθρώπων για το πότε
ξεκίνησε η χρήση ναρκωτικών ή ο εθισμός μπορεί να είναι ατελείς, γεγονός που
καθιστά δύσκολο τον προσδιορισμό του εάν η χρήση ουσιών ή τα προβλήματα
ψυχικής υγείας εμφανίστηκαν πρώτα.
Τόσο ο εθισμός στη χρήση ουσιών όσο και άλλες ψυχικές ασθένειες,
προκαλούνται από αλληλεπικαλυπτόμενους παράγοντες (πολυπαραγοντικό ζήτημα) όπως γενετικές και επιγενετικές ευπάθειες, δυσλειτουργίες σε κάποιες περιοχές του
εγκεφάλου, και περιβαλλοντικές επιρροές, όπως η πρώιμη έκθεση στο στρες ή το
τραύμα (Kelly TM, 2013) (Pelayo-Terán JM, 2012).
Γενετικές ευπάθειες
Υπολογίζεται ότι το 40-60% της ευπάθειας ενός ατόμου στις διαταραχές
χρήσης ουσιών, αποδίδεται στη γενετική (Wang J-C, 2012). Ο τομέας έρευνας της
συννοσηρότητας περιλαμβάνει την αναζήτηση των παραγόντων, που μπορεί να
προδιαθέσει τα άτομα να αναπτύξουν, τόσο μια διαταραχή χρήσης ουσιών, όσο και
άλλες ψυχικές ασθένειες (Pelayo-Terán JM, 2012). Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της
ευπάθειας προκύπτει από πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις μεταξύ πολλαπλών γονιδίων
και γενετικές αλληλεπιδράσεις με περιβαλλοντικές επιρροές (Cerdá M, 2010) (Enoch,
2012). Για παράδειγμα, η συχνή χρήση μαριχουάνας κατά την εφηβεία σχετίζεται με
αυξημένο κίνδυνο ψύχωσης στην ενήλικη ζωή, ειδικά μεταξύ ατόμων που φέρουν μια
συγκεκριμένη παραλλαγή γονιδίου. (Barkus E, 2010) (Parakh P, 2013) (Pelayo-Terán
JM, 2012).
Επιγενετικές Επιρροές
Οι επιστήμονες αρχίζουν να κατανοούν τους πολύ ισχυρούς τρόπους με τους
οποίους αλληλεπιδρούν γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες σε μοριακό
επίπεδο (Mahgoub M, 2013) (Guintivano J, 2016). Η επιγενετική είναι η επιστήμη
που μελετά αλλαγές στη ρύθμιση της γονιδιακής δραστηριότητας και έκφρασης, οι
οποίες δεν εξαρτώνται από τη γονιδιακή αλληλουχία του DNA. Περιβαλλοντικοί
παράγοντες όπως το χρόνιο στρες, το τραύμα ή η έκθεση σε φάρμακα μπορούν να
προκαλέσουν σταθερές αλλαγές στη γονιδιακή έκφραση, οι οποίες μπορούν να
αλλάξουν τη λειτουργία στα νευρικά κυκλώματα και τελικά να επηρεάσουν τη
συμπεριφορά (Peña CJ, Epigenetic signaling in psychiatric disorders. , 2014).
Μέσω επιγενετικών μηχανισμών, το περιβάλλον μπορεί να προκαλέσει
μακροπρόθεσμες γενετικές αλλαγές, επηρεάζοντας το μοτίβο των γονιδίων που είναι
ενεργά ή σιωπηλά στην κωδικοποίηση των πρωτεϊνών - χωρίς να αλλοιώνεται η
αλληλουχία του DNA. Αυτές οι τροποποιήσεις μερικές φορές μπορούν ακόμη και να
περάσουν στην επόμενη γενιά (Nestler, 2014).
45
Η επιγενετική επίδραση του περιβάλλοντος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από
το αναπτυξιακό στάδιο (Peña CJ, Epigenetic signaling in psychiatric disorders.,
2014). Οι μελέτες υποδεικνύουν ότι οι περιβαλλοντικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν
με τη γενετική ευπάθεια κατά τη διάρκεια συγκεκριμένων αναπτυξιακών περιόδων
αυξάνοντας τον κίνδυνο για ψυχικές ασθένειες (Peña CJ, Epigenetic signaling in
psychiatric disorders., 2014) και εθισμό (Nestler, 2014).
Συμμετοχή της περιοχής του εγκεφάλου
Πολλές περιοχές του εγκεφάλου επηρεάζονται τόσο από διαταραχές χρήσης
ουσιών όσο και από άλλες ψυχικές ασθένειες. Για παράδειγμα, τα κυκλώματα στον
εγκέφαλο που μεσολαβούν στην ανταμοιβή, τη λήψη αποφάσεων, τον έλεγχο των
παρορμήσεων και τα συναισθήματα, μπορούν να επηρεαστούν από εθιστικές ουσίες
και να διαταραχθούν οδηγώντας σε εθισμό, κατάθλιψη, σχιζοφρένεια και άλλες
ψυχιατρικές διαταραχές (Kelly TM, 2013). Επιπλέον, πολλαπλά συστήματα
νευροδιαβιβαστών έχουν εμπλακεί τόσο σε διαταραχές χρήσης ουσιών όσο και σε
άλλες ψυχικές διαταραχές συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, της ντοπαμίνης
(Howes OD, 2012), σεροτονίνης (Marazziti, 2017) γλουταμικού, GABA, και
νορεπινεφρίνης (Xing B, 2016) (Aston-Jones G, 2008) (Langer, 2015).
Περιβαλλοντικές Επιδράσεις
Πολλοί περιβαλλοντικοί παράγοντες συνδέονται σε μεγάλο βαθμό τόσο με
την ουσιοεξάρτηση όσο και με ψυχικές ασθένειες, συμπεριλαμβανομένου του
χρόνιου στρες, του τραύματος και των δυσμενών παιδικών εμπειριών, μεταξύ άλλων.
Πολλοί από αυτούς τους παράγοντες είναι τροποποιήσιμοι και έτσι, οι παρεμβάσεις
πρόληψης θα οδηγήσουν συχνά σε μειώσεις τόσο στις διαταραχές χρήσης ουσιών όσο
και στις ψυχικές ασθένειες, όπως συζητείται στην έκθεση του Surgeon General για το
αλκοόλ, τα ναρκωτικά και την υγεία.
Στρες
Το άγχος είναι ένας γνωστός παράγοντας κινδύνου για μια σειρά ψυχικών
διαταραχών και ως εκ τούτου, προμηνύει μια πιθανή, κοινή νευροβιολογική σύνδεση
μεταξύ της ουσιοεξάρτησης και ψυχικών διαταραχών (Kelly TM, 2013) (Enoch,
2012). Η έκθεση σε στρεσογόνους παράγοντες είναι επίσης μία σημαντική
παράμετρος κινδύνου, που μπορεί να οδηγήσει σε κατάχρηση ουσιών. Οι αποκρίσεις
του στρες διαμεσολαβούνται μέσω του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων
(HPA), ο οποίος με τη σειρά του μπορεί να επηρεάσει τα νευρικά κυκλώματα του
εγκεφάλου. Τα υψηλότερα επίπεδα στρες έχουν αποδειχθεί ότι μειώνουν τη
δραστηριότητα στον προμετωπιαίο φλοιό και αυξάνουν την ανταπόκριση στο
ραβδωτό σώμα, γεγονός που οδηγεί σε μειωμένο έλεγχο της συμπεριφοράς και σε
αυξημένη παρορμητικότητα. Επηρεάζει τα μεταιχμιακά κυκλώματα του εγκεφάλου
που εμπλέκονται στα κίνητρα, τη μάθηση και την προσαρμογή και είναι μειωμένα σε
άτομα με διαταραχές χρήσης ουσιών και άλλες ψυχικές ασθένειες (Nestler, 2014)
(Wang J-C, 2012).
Είναι σημαντικό ότι οι οδοί ντοπαμίνης έχουν εμπλακεί στον τρόπο με τον
οποίο το άγχος μπορεί να αυξήσει την ευαλωτότητα αυξάνοντας τη χρήση ουσιών. Η
υπερκινητικότητα του άξονα HPA(άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων), έχει
αποδειχθεί ότι μεταβάλλει τη σηματοδότηση της ντοπαμίνης, η οποία μπορεί να
ενισχύσει τις ιδιότητες των φαρμάκων. Με τη σειρά της, η χρήση ουσιών προκαλεί
αλλαγές σε πολλά συστήματα νευροδιαβιβαστών που εμπλέκονται στις αποκρίσεις
του στρες. Αυτές οι νευροβιολογικές αλλαγές, πιστεύεται ότι αποτελούν τη βάση της
σχέσης μεταξύ του στρες και της κλιμάκωσης της χρήσης ναρκωτικών καθώς και της
υποτροπής. Θεραπείες που στοχεύουν στη μείωση του στρες, βασίζονται στην
ενσυνειδητότητα κι έχουν αποδειχθεί ότι είναι ευεργετικές για τη μείωση της
κατάθλιψης, του άγχους και της χρήσης ουσιών (Brewer, 2010).
Τραύμα και δυσμενείς εμπειρίες παιδικής ηλικίας
Τα άτομα με σωματικά ή ψυχολογικά τραύματα διατρέχουν πολύ μεγαλύτερο
κίνδυνο εθισμού σε ναρκωτικές ουσίες ( substance use disorder), ενώ η ταυτόχρονη
εμφάνιση αυτών των δύο διαταραχών, σχετίζεται συνήθως με αναποτελεσματικές
47 θεραπείες. (Berenz, 2012) Τα άτομα με PTSD (Post-traumatic stress disorder) μπορεί
να χρησιμοποιούν ουσίες σε μια προσπάθεια να μειώσουν το άγχος τους και να
αποφύγουν την αντιμετώπιση του τραύματος και των συνέπειών του (Boden, 2014).......