Αγαπητέ Πρόεδρε, Νίκο Ανδρουλάκη, σε συγχαίρω για την χθεσινή στιβαρή ομιλία σου.
Αγαπητές και Αγαπητοί σύνεδροι, απευθύνομαι σε εσάς ως ένα ενιαίο πρόσωπο που έχει, που πρέπει να έχει, συνείδηση όλων των μεγεθών του ΠΑΣΟΚ.
Καταρχάς, συνείδηση του ιστορικού του μεγέθους που ανάγεται στη μήτρα της Δημοκρατικής Παράταξης, και για να έλθω πιο κοντά στην εποχή μας, στα θεμέλια της Μεταπολίτευσης. Το ΠΑΣΟΚ ακόμη σήμερα υφίσταται τις ασυμμετρίες που προκάλεσε η δεκαετία της οικονομικής κρίσης, επειδή ανέλαβε, μόνο του στην αρχή, δυσανάλογα μεγάλο βάρος για τη διάσωση της χώρας. Όχι μόνο της οικονομίας και της θέσης της στην Ευρώπη αλλά και της ίδιας της Δημοκρατίας και πρέπει το ΠΑΣΟΚ να είναι υπερήφανο για το επίτευγμα αυτό.
Έχετε προφανώς συνείδηση του θεσμικού μεγέθους του ΠΑΣΟΚ ως αξιωματικής αντιπολίτευσης και της ευθύνης του αυτό να το μετουσιώσει σε πολιτική και προγραμματική πρόταση για τη χώρα, για όλη τη χώρα, όχι μόνο για την παράταξη, για την κοινωνία, για όλες τις Ελληνίδες και όλους τους Έλληνες πολίτες που αναζητούν προοπτική.
Προσέξτε, δεν ψάχνουν απλώς μια «εναλλακτική λύση» σε σχέση με την κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη, αλλά λύση απέναντι στο πρόβλημα που είναι πλέον η κυβέρνηση και τα αδιέξοδά της τα οποία δεν μπορεί να τα καθιστά αδιέξοδα της χώρας.
Τα πράγματα είναι άλλωστε τόσο δύσκολα, πολύπλοκα και επικίνδυνα, ώστε κανείς πρωθυπουργός και κανένα κόμμα δεν μπορεί να επιβαρύνει με τα δικά του προβλήματα τη χώρα, τη χώρα που προσπαθεί να τοποθετηθεί μέσα σε ένα απολύτως αβέβαιο διεθνές περιβάλλον στο οποίο δεν ισχύει πλέον κανένας κανόνας και δεν υπάρχει τίποτα αυτονόητο και δεδομένο.
Όλα έχουν ρευστοποιηθεί, αρχίζοντας από την ίδια τη Δύση ως γεωπολιτική, στρατηγική, πολιτιστική και πολιτική οντότητα βασισμένη στην ευρωατλαντική συνεργασία. Η κρίση της δυτικής ταυτότητας, είναι κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αναίρεση του κεκτημένου που ήθελε την ίδια την επικράτεια της Δύσης εκτός της εμβέλειας του πολέμου.
Τώρα το γεγονός ότι είμαστε κράτος μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ, δεν συνιστά πλήρη απάντηση στο θεμελιώδες ζητούμενο κάθε χώρας που είναι η εθνική ασφάλεια της. Χρειάζεται συνεπώς διαρκής ετοιμότητα και εσωτερική ισχύς, με εθνική ενότητα, κοινωνική συνοχή, θεσμική αξιοπιστία.
Αυτά δεν μπορεί δυστυχώς να τα διασφαλίσει η συγκεντρωτική και μονοπρόσωπη διακυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη που κάνει διαρκώς και σκοπίμως την επιλογή της όξυνσης, της έντασης, της σύγκρουσης. Το τελείως αντίθετο, δηλαδή, από τη φυσιολογική επιδίωξη κάθε κυβέρνησης για ήπιο κλίμα, συναίνεση, συμμετοχή της αντιπολίτευσης στην ευθύνη στρατηγικών εθνικών επιλογών.
Αυτό το κάνει για αυτοπροστασία λόγω της σώρευσης σκανδάλων που μπορεί ανά πάσα στιγμή να προσλάβουν εκρηκτικές διαστάσεις και απαιτούν μια συμπαγή και ελεγχόμενη κυβερνητική πλειοψηφία που αντί να κυβερνά αναπτύσσοντας πολιτικές, διαχειρίζεται υποθέσεις και αντιπολιτεύεται την αντιπολίτευση.
Αγαπητές και Αγαπητοί Σύνεδροι,
πολλοί περιέγραψαν την οικονομική κρίση ως συμπίεση του ελατηρίου λόγω των δραματικών θυσιών στις οποίες κλήθηκε να υποβληθεί ο ελληνικός λαός τα χρόνια των μνημονίων για να διασώσει το περίπου 70% του έως τότε κεκτημένου του.
Σήμερα, επτά χρόνια μετά το 2019, μετά δηλαδή το επίσημο τέλος των μνημονίων, την εκλογική νίκη της Νέας Δημοκρατίας και την στρατηγική, όπως αποδείχθηκε, ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, πού βρίσκεται η Ελλάδα;
Αυτά τα επτά χρόνια της υποτιθέμενης επιστροφής στην κανονικότητα αξιολογήθηκαν μήπως δίκαια οι επιπτώσεις της κρίσης, αποκαταστάθηκαν οι αδικίες, ελήφθησαν μέτρα για την ανάκτηση της θέσης που κατείχε η χώρα αλλά και της θέσης που κατείχαν οι πολίτες πριν την κρίση;
Ποιος είναι λοιπόν ο πραγματικός απολογισμός της επταετίας Μητσοτάκη;
Πρώτον, η γενικευμένη κρίση των θεσμών της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου: της Βουλής, της Δικαιοσύνης, των ανεξάρτητων αρχών. Από το 2021 έως σήμερα, επί πέντε ολόκληρα χρόνια, στον δημόσιο βίο κυριαρχούν οι υποκλοπές που από υποκλοπές επικοινωνιών έγιναν πλέον υποκλοπές των θεσμών. Και μετά, ήρθαν τα Τέμπη ως τραγικό γεγονός και ως αδιανόητη και προκλητική επιχείρηση συγκάλυψης κυβερνητικών ευθυνών. Και μετά ήρθε ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Και εντέλει η καθολική και συμπαγής αίσθηση αδιαφάνειας και διαφθοράς που καταγράφουν όλες οι έρευνες της κοινής γνώμης.
Δεύτερον, η λειτουργική αδυναμία του κράτους που δεν μπορεί να διαχειριστεί ούτε αναμενόμενα και περιοδικά φυσικά φαινόμενα.
Τρίτον, η αίσθηση της χαμένης ευκαιρίας που προσέφερε η πρωτοφανής συρροή ευρωπαϊκών πόρων, οι οποίοι δεν αξιοποιήθηκαν για την αναδιάρθρωση του παραγωγικού υποδείγματος της χώρας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Τέταρτον, η προκλητική διόγκωση των ανισοτήτων και της αίσθησης της λεγόμενης υποκειμενικής φτώχειας, κατάσταση στην οποία δηλώνει ότι βρίσκεται το 67% των πολιτών λόγω της ανεπάρκειας του εισοδήματός του και της υποβάθμισης των συνθηκών της ζωής του.
Πέμπτον, η Ελλάδα ουραγός σε όλες τις ευρωπαϊκές κατατάξεις χωρίς προοπτική εκτίναξης τα επόμενα χρόνια για να καλύψει τη διαφορά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το Υπουργικό Συμβούλιο πριν λίγους μήνες ενέκρινε τον πολυετή δημοσιονομικό προγραμματισμό της χώρας για τα έτη 2026-2029, υπερβαίνει δηλαδή τον ορίζοντα των εκλογών. Η υψηλότερη πρόγνωση για την αύξηση του ΑΕΠ ήταν του 2026, 2,4% και αυτή έχει ήδη αναθεωρηθεί προς τα κάτω λόγω των πολεμικών γεγονότων στο Ιράν. Για το 2027, 1,7%, για το 2028, 1,6%, για το 2029, 1,3%.
Αυτό είναι το εγκεκριμένο πλαίσιο, μέσα στο οποίο καλείται να κινηθεί η χώρα, με μικρότερο ρυθμό ανάπτυξης κάθε χρόνο. Ο δε ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου, όπως λέμε, δηλαδή οι επενδύσεις συμπεριλαμβανομένων των υποδομών, εκτιμάται ότι θα πάει στο 10,2% του ΑΕΠ το 2026, που ολοκληρώνεται το Ταμείο Ανάκαμψης, στο 4,1% το 2027 και στο 0,9% το 2028 και στο 0,8% το 2029. Αυτή είναι η πρόγνωση, η επίσημη και η εγκεκριμένη για το μέλλον της χώρας.
Η χώρα φοβούμαι ότι υπνοβατεί.
Ας δεχθώ όμως ότι υπάρχουν δύο αφηγήματα, ένα κυβερνητικό, διθυραμβικό για τις επιδόσεις της οικονομικής πολιτικής και αισιόδοξο και ένα αντιπολιτευτικό που φωτίζει μόνο τα αρνητικά. Μπορεί τα αφηγήματα να είναι δύο, αλλά η πραγματικότητα της καθημερινής ζωής είναι μία.
Το ΠΑΣΟΚ, λοιπόν, οφείλει έναντι της χώρας, όντας κόμμα ευθύνης και εξουσίας, να θέσει ως εκλογικό στόχο τη νίκη του, την καλύτερη δυνατή επίδοση που το καθιστά πρωταγωνιστή των εξελίξεων. Απευθύνεται, συνεπώς, απευθείας σε όλο τον ελληνικό λαό, σε όλες τις κοινωνικές και παραγωγικές δυνάμεις, σε όλους τους πολίτες αδιαμεσολάβητα, καθώς αυτοί δεν είναι αιχμάλωτοι προηγούμενων εκλογικών τους επιλογών. Απευθυνόμαστε εξίσου στους πολίτες που ψήφισαν Νέα Δημοκρατία και στους πολίτες που ψήφισαν τις πολλές σημερινές εκδοχές του ΣΥΡΙΖΑ.
Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να διακηρύξει και να διασφαλίσει την πολιτική και προγραμματική του αυτονομία. Αυτό όμως πρέπει να συνοδεύεται από ενότητα, σοβαρότητα, βαρύτητα προσώπων και θέσεων, γιατί ο ελληνικός λαός και γνωρίζει και παρακολουθεί και το ΠΑΣΟΚ προφανώς από τη μεριά του γνωρίζει πόσο δύσκολο και απαιτητικό είναι το διεθνές και το ευρωπαϊκό πλαίσιο, πόσο λεπτές είναι οι ισορροπίες ασφάλειας, πώς οι διεθνείς συσχετισμοί επηρεάζουν άμεσα τους περιφερειακούς, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το Κυπριακό.
Έχοντας λοιπόν συνείδηση όλων αυτών των δεδομένων, οφείλει το ΠΑΣΟΚ να θέσει ως άμεσες και βασικές προγραμματικές προτεραιότητες της χώρας αυτές στις οποίες ήδη αναφέρθηκε ο Νίκος Ανδρουλάκης χθες, αλλά επιτρέψτε μου να τις κωδικοποιήσω και με τα δικά μου λόγια.
Πρώτον, η αναστήλωση των θεσμών.
Δεύτερον, η αποκατάσταση των κρατικών λειτουργιών.
Τρίτον, η διασφάλιση της συνοχής της κοινωνίας, γιατί μέσα από το αίσθημα της αδικίας αναβλύζει οργή και ακατέργαστος λαϊκισμός που εμφανίζεται ως αντισυστημισμός που επιχαίρει για την απαξίωση των θεσμών.
Τέταρτον, αναπτυξιακή συστράτευση και συμπερίληψη, με σεβασμό στην εργασία, στην επιχειρηματικότητα, στο διανοητικό και κοινωνικό κεφάλαιο που διαθέτει η χώρα.
Πέμπτον, επικαιροποίηση και εξειδίκευση μίας στρατηγικής εθνικής ασφάλειας ευρύτατης αποδοχής και συναίνεσης που αξιολογεί όλα τα δεδομένα με ιστορικότητα και διορατικότητα, χωρίς να βασίζεται ούτε στην αναβλητικότητα ούτε στα εξαρτημένα ανακλαστικά.
Στο πλαίσιο αυτό, η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος έχει νόημα μόνον όταν προηγείται ο σεβασμός του Συντάγματος και διατηρείται η εγγύηση της αυξημένης πλειοψηφίας των 180 βουλευτών στη δεύτερη Βουλή που συντελεί την αναθεώρηση και καταστρώνει νομοτεχνικά τις διατάξεις. Ο ευτελισμός του άρθρου 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών στις υποκλοπές, στα Τέμπη, στον ΟΠΕΚΕΠΕ, καθιστά επιτακτική τη ριζική αναθεώρησή του, που θα διαμορφωθεί όμως από την πλειοψηφία της επόμενης και όχι από την πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας της παρούσας Βουλής.
Φίλες και φίλοι,
το μεγάλο στοίχημα είναι η σύναψη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, που δεν επεδίωξε καν η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Μόνο στη βάση ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου η χώρα μπορεί να αποκτήσει εθνική στρατηγική και αναπτυξιακά προτάγματα ανάλογα των σημερινών προκλήσεων.
Εύχομαι το Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ να ανταποκριθεί στην πρόκληση της συγκυρίας, εάν θέλει να επικοινωνήσει με την Ιστορία.
Να είστε καλά.
Video: https://www.youtube.com/live/f7V5CMvjG-Y?si=aT8KmMPDWKZiSZ5-&t=79