Άρθρο Ευάγγελου Βενιζέλου για το Βήμα της Κυριακής
Η συρρίκνωση της αναθεώρησης
Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δια του Πρωθυπουργού έκανε δυστυχώς την επιλογή να καταστήσει τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος πεδίο αντιπαράθεσης για την προώθηση μικρών και βραχυπρόθεσμων κομματικών στόχων ενόψει των επόμενων εκλογών και όχι πεδίο συναίνεσης με στόχο την υπέρβαση θεσμικών αδυναμιών που παράγουν κοινωνική δυσπιστία και καθιστούν τη χώρα «μη διακυβερνήσιμη». Η αναθεωρητική πρωτοβουλία ανελήφθη ως πρωθυπουργοκεντρική, απευθυνόμενη πρωτίστως στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας. Η αντιπολίτευση καθίσταται όχι αξιοσέβαστος θεσμικός συνομιλητής αλλά στόχος εκβιασμού: Της ζητείται να ψηφίσει μαζί με τη ΝΔ ώστε να συγκεντρωθούν 180 ψήφοι στην παρούσα Βουλή παρέχοντας εν λευκώ εξουσιοδότηση στην επόμενη Βουλή να αναθεωρήσει το Σύνταγμα με την απλή πλειοψηφία των 151, αλλιώς καταγγέλλεται γιατί δήθεν ανακόπτει μια μεγάλη πρωτοβουλία. Αυτό δε ενώ το βασικό ερώτημα είναι αν στην επόμενη Βουλή μπορεί να σχηματιστεί πλειοψηφία που στηρίζει κυβέρνηση, και μάλιστα πλειοψηφία που δεν είναι αιχμάλωτη της Ακροδεξιάς.
Η συρρίκνωση της αναθεώρησης σε ένα μικροκομματικό επικοινωνιακό παίγνιο είναι προφανής στο πεδίο του άρθρου 86 και της ποινικής ευθύνης των υπουργών. Η Νέα Δημοκρατία ως νικήτρια των εκλογών του 2019 βρήκε υπό αναθεώρηση το άρθρο 86 παρ.3. Μπορούσε επομένως να το διαμορφώσει όπως ήθελε. Κατάργησε την πρόβλεψη ότι η Βουλή πρέπει να ασκεί δίωξη μέχρι το τέλος της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που ακολουθεί την τέλεση των πράξεων, πρόβλεψη που με δική της πρόταση είχε εισαχθεί στο Σύνταγμα, αλλά επί επτά χρόνια δεν είχε τροποποιήσει τον εκτελεστικό του Συντάγματος νόμο προκαλώντας σοβαρό ερμηνευτικό πρόβλημα.
Αυτά τα επτά χρόνια η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με τις υποθέσεις των υποκλοπών, των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ, στις οποίες έδειξε ότι δεν αντιλαμβάνεται το κοινωνικό αίτημα για διαφάνεια, λογοδοσία και δικαστικό έλεγχο των τυχόν ποινικών ευθυνών των ίδιων των υπουργών της. Είναι προφανές ότι δεν είναι η ύπαρξη του άρθρου 86, αλλά η αλαζονική αντίληψη περί εξουσίας και ο φόβος του δικαστικού ελέγχου και της εις βάθος διερεύνησης που την οδήγησε σε μια αλληλουχία νομοθετικών ρυθμίσεων και θεσμικών παρεμβάσεων στη λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών αλλά και της ίδιας της Δικαιοσύνης, προκειμένου να αποτραπεί ο έλεγχος και να υψωθεί θώρακας προστασίας των μελών της. Μόλις τώρα στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών διερευνήθηκε και αναδείχθηκε το μέγεθος του εγκλήματος των υποκλοπών κατά τρόπο διδακτικό για υψηλότερα κλιμάκια της Δικαιοσύνης που δεν ήθελαν, δεν ήξεραν, δεν μπόρεσαν.
Στο πεδίο της εφαρμογής του άρθρου 86 στη μεν υπόθεση των Τεμπών ακολούθησε το «μοντέλο Τριαντόπουλου», δηλαδή προσχηματικές διώξεις δύο υπουργών για το ελαφρύ επικουρικό πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος ώστε να αποκλειστεί βαρύτερος ποινικός χαρακτηρισμός. Στη δε υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ ευτελίστηκε η κοινοβουλευτική διαδικασία με τη διατεταγμένη αποχώρηση των βουλευτών της πλειοψηφίας από τη Βουλή και τη μαζική χρήση επιστολικών ψήφων προκειμένου να μη κινηθεί η διαδικασία του άρθρου 86 και να συγκροτηθεί απλώς εξεταστική επιτροπή που λειτούργησε όπως λειτούργησε.
Το κυριότερο είναι ότι η πλειοψηφία της ΝΔ αρνήθηκε και για τα Τέμπη και για τον ΟΠΕΚΕΠΕ να εφαρμόσει την ισχύουσα ρύθμιση των άρθρων 154-155 του Κανονισμού της Βουλής, που πρότεινα το 2007 και εισήχθη το 2010 επί κυβερνήσεως ΠΑΣΟΚ με υπουργό Δικαιοσύνης τον Χάρη Καστανίδη, και η οποία προβλέπει να συγκροτείται τριμελές συμβούλιο εισαγγελέων το οποίο εξετάζει τις δικογραφίες μόλις διαβιβαστούν στη Βουλή και πριν αποφανθεί η Ολομέλεια.
Εις πείσμα όμως της κυβερνητικής θεωρίας που λέει «ναι, αποτρέψαμε τη λογοδοσία μας αλλά τώρα ελάτε να τα ξεχάσουμε όλα και να συνδιαμορφώνουμε μια ιδανική νέα διάταξη για την ποινική ευθύνη των υπουργών», τους μήνες που ακολουθούν από τώρα έως τις εκλογές δεν θα κυριαρχεί η συζήτηση για την αναθεώρηση του άρθρου 86 αλλά οι δίκες για τα Τέμπη και οι δικαστικές διαδικασίες γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Ως εκ τούτου η κυβέρνηση επιστρατεύει τον λογικά προκλητικό ισχυρισμό ότι για την απροκάλυπτη προσπάθεια συγκάλυψης των ευθυνών των ίδιων των μελών της για τις παραπάνω υποθέσεις δεν φταίει η θεσμικά παραβατική συμπεριφορά της κυβερνητικής πλειοψηφίας που καταστρατηγεί το άρθρο 86, αλλά η ίδια η ύπαρξή του και μάλιστα όπως διαμορφώθηκε στην αναθεώρηση του 2001, όταν δηλαδή ψηφίστηκε από 268 βουλευτές ενώ ο εκτελεστικός νόμος ψηφίστηκε από 300. Η σοφιστεία μετατρέπεται σε ωμό ψέμα όταν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι την ευθύνη φέρει ο υπογράφων ως εισηγητής της πλειοψηφίας στην αναθεώρηση του 2001 ενώ συζητούμε για διάταξη που ισχύει από το Σύνταγμα του 1864 για να μην αναφερθώ στα επαναστατικά Συντάγματα της Επιδαύρου, του Άστρους και της Τροιζήνας όπου πρωτοεμφανίζεται. Το ψέμα γίνεται ακόμη πιο προκλητικό όταν είναι γνωστό ότι το άρθρο 86 δεν εμπόδισε δίκες και καταδίκες υπουργών για ξέπλυμα χρήματος από τα τακτικά ποινικά δικαστήρια, ενώ στην παράκαμψη και τη μη εφαρμογή του βασίστηκε όλη η σκευωρία Novartis.
Στην αφετηρία της αναθεώρησης του 2001 βρίσκονται η εμπειρία του «βρώμικου ‘89» και οι διώξεις που είχαν ασκηθεί το 1993 κατά του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη για τις υποκλοπές Μαυρίκη και για την πώληση της ΑΓΕΤ Ηρακλής. Το άρθρο 86 το 2001 δεν μπορούσε να αναθεωρηθεί παρά μόνο με ευρεία συναίνεση, συνεπώς όσα πρότεινε η Νέα Δημοκρατία έγιναν δεκτά προκειμένου να υπερψηφιστεί η διάταξη και οι Προκόπης Παυλόπουλος, Άννα Ψαρούδα - Μπενάκη, Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Ευάγγελος Μεϊμαράκης, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωσή της. Η δική μου πρόταση ήταν να μην κάνει η Βουλή τίποτα άλλο παρά μόνο να κινεί τη διαδικασία και μετά να πηγαίνει η υπόθεση κατευθείαν στο Ειδικό Δικαστήριο και στον Αρεοπαγίτη ανακριτή, χωρίς παρεμβολή προκαταρτικής επιτροπής. Η Νέα Δημοκρατία επέμενε να υπάρχει προκαταρκτική επιτροπή και ζητούσε επίμονα ήδη από το 1997 που είχε ψηφιστεί ο ν. 2509 η αποσβεστική προθεσμία να λήγει με το τέλος της δεύτερης συνόδου της επόμενης Βουλής. Περιττεύει δε να σημειώσω ότι η τροπολογία Κυριάκου Μητσοτάκη του 2006 για την οποία επαίρεται, δεν έγινε δεκτή από την κυβερνητική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας χωρίς καμία συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ που είχε αποχωρήσει από τη διαδικασία. Η τροπολογία ήταν άλλωστε απολύτως αόριστη και αντιφατική, πρότεινε την κοινή παραγραφή για τα υπουργικά αδικήματα ή και βραχύτερη παραγραφή εάν χρειάζεται και άφηνε αυτό να κριθεί στη συζήτηση!
Ας μην ανησυχεί όμως η κυβερνητική πλειοψηφία, αν η πρότασή της για την αναθεώρηση του άρθρου 86 ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της κοινωνίας και τις προδιαγραφές του κράτους δικαίου, θα γίνει πανηγυρικά δεκτή ως αναθεωρητέα με 151 ψήφους στην παρούσα Βουλή και θα ενταχθεί στο Σύνταγμα με 300 ψήφους στην επόμενη. Αρκεί να προβλέπει ότι οι αμιγώς δικονομικές διατάξεις που μπορούν να έχουν αναδρομική ισχύ θα καταλαμβάνουν και τις υπό διερεύνηση υποθέσεις που αφορούν την παρούσα κυβέρνηση.-
https://evenizelos.gr/mme/articlesinthepress/articles2026/7374-vima-ev-venizelos-e-syrriknosi-tis-anatheorisis.html
***
8.2.2026, Άρθρο στην Καθημερινή της Κυριακής : Η παγίδα του αναθεωρητικού λαϊκισμού
https://evenizelos.gr/mme/articlesinthepress/articles2026/7368-kathemerine-ev-venizelos-i-pagida-tou-anatheoritikou-laikismou.html
Vimeo
YouTube