Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ο πρώτος προϋπολογισμός ύστερα από 14 χρόνια που δρομολογείται με τη χώρα μας στην επενδυτική βαθμίδα.
Σηματοδοτεί έτσι μία τομή στον ιστορικό χρόνο, καθώς αυτή η αναβάθμιση υπήρξε εθνικός στόχος, για τον οποίο είχα δεσμευτεί προσωπικά εδώ πριν από ένα χρόνο ότι θα επιτευχθεί εντός του 2023. Κι έτσι έγινε, μέσα από ένα σχέδιο της πολιτείας βασισμένο στην εμπιστοσύνη, στο ποιοτικό αυτό μέγεθος που σωστά λέγεται ότι έρχεται αργά και με τα πόδια, αλλά φεύγει καλπάζοντας όταν οι συμπεριφορές των κρατών είναι ανεύθυνες.
Η εμπιστοσύνη, άλλωστε, είναι αυτή που γεννά εμπιστοσύνη. Εμπιστοσύνη μεταξύ των χωρών, αλλά και εμπιστοσύνη μεταξύ πολιτείας και πολιτών, όπως απέδειξαν και οι τελευταίες εκλογές.
Γιατί αυτή η λέξη κρύβεται πίσω από το 41%, το οποίο με τόση ευκολία επιμένετε να απαξιώνετε, αλλά κρύβεται και πίσω από τους αριθμούς που αποτελούν την ταυτότητα της σημερινής οικονομικής πολιτικής. Ρυθμό ανάπτυξης 2,4%, τον τρίτο υψηλότερο στην Ευρώπη, που του χρόνου θέλουμε να αγγίξει το 3%. Ακόμα, η ανεργία που έπεσε κάτω από το 10%, αυξάνοντας σε 4.250.000 τους εργαζόμενους.
Το δημόσιο χρέος, το οποίο είχε φτάσει στο 206% το 2020, στις εποχές της πανδημίας, υποχώρησε στο 160% του ΑΕΠ, με στόχο να πέσει κάτω από το 150%. Ενώ οι επενδύσεις και οι εξαγωγές, όπως είπε και ο κ. Υπουργός, προχωρούν με γρήγορους ρυθμούς.
Αλλά και ο μέσος μισθός, ο οποίος έχει αυξηθεί πάνω από 15%, με τον κατώτατο μισθό -θέλω να θυμίσω ότι τον παραλάβαμε στα 650 ευρώ- να είναι σήμερα στα 780 ευρώ και θα αυξηθεί κι άλλο.
Η επενδυτική βαθμίδα, λοιπόν, για κάποιους μπορεί να μην λέει τίποτα αλλά στην ουσία τα λέει όλα. Διότι στην εσωτερική ζωή σφραγίζει το τέλος της ξένης εποπτείας και στο εξωτερικό στέλνει το μήνυμα ότι πέρασε οριστικά η εποχή της εθνικής αναξιοπιστίας.
