Συγγενής εκτελεσθέντα Καισαριανής: Ο παππούς μου, Δημήτρης Κυριακούδης, ήταν μέρος αυτής της Ιστορίας – Η αξιοπρέπειά τους αντανακλάται στα πρόσωπά τους
Η διαδρομή προς το Σκοπευτήριο
Το ξημέρωμα της Πρωτομαγιάς βρίσκει τους μελλοθάνατους, πολιτικούς κρατούμενους από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου, στοιβαγμένους σε φορτηγά. Η διαδρομή δεν θυμίζει πομπή θανάτου, αλλά πορεία νίκης.
Τραγουδούν. Σκαρώνουν βιαστικά σημειώματα για τις μάνες, τις γυναίκες και τους συναγωνιστές τους, πετώντας τα στον δρόμο με την ελπίδα κάποιος περαστικός να τα μαζέψει.
Ανάμεσά τους, μορφές που έγιναν σύμβολα. Ο Ναπολέων Σουκατζίδης, ο Μικρασιάτης διερμηνέας, που όταν ο Γερμανός διοικητής Καρλ Φίσερ του πρόσφερε τη ζωή με αντάλλαγμα να εκτελεστεί κάποιος άλλος στη θέση του, εκείνος αρνήθηκε.
Δίπλα του ο Αντώνης Βαρθολομαίος, ο οποίος επίσης αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλον, και ο Στέλιος Σκλάβαινας, πρώην βουλευτής του ΚΚΕ – όλοι τους πιστοί σε ένα ραντεβού με την Ιστορία που δεν επιδεχόταν υπαναχώρηση.
Το χώμα βάφτηκε κόκκινο
Οι εκτελέσεις ολοκληρώθηκαν το μεσημέρι. Το αίμα έρρεε άφθονο, βάφοντας το χώμα της Καισαριανής και αυλακώνοντας τους δρόμους κατά μήκος της διαδρομής προς το Γ’ Νεκροταφείο.
Εκεί, 200 ανώνυμοι τάφοι περίμεναν τα σώματα. Οι οικογένειες, βυθισμένες στο σκοτάδι της άγνοιας, δεν ήξεραν πού βρίσκεται ο δικός τους άνθρωπος.
«Τη φοβερή είδηση δεν την μάθαμε την ίδια μέρα. Την άλλη μέρα μας ειδοποίησε η γιαγιά μου, που έμενε στο Περιστέρι», διηγείται ο Διονύσης Χριστακόπουλος, του οποίου ο πατέρας εκτελέστηκε στην Καισαριανή.
«Έπειτα από λίγες μέρες μας έστειλαν τα ρούχα του πατέρα μου. Η μητέρα μου μόλις είδε το δέμα λιποθύμησε. Το άνοιξα εγώ και βρήκα μέσα στα ρούχα μια φωτογραφία της μητέρας μου με τη μικρή μου αδελφή, που είχε τζάμι και ήταν κολλημένη με μονωτική ταινία. Επάνω έγραφε: Δημήτρης Χριστακόπουλος 1 Μάη 44, μας πάνε για εκτέλεση».
Έτσι, ξεκίνησε μια μοναδική πράξη αγάπης: κάθε οικογένεια υιοθέτησε έναν τάφο, τον περιποιήθηκε και του έδωσε το όνομα του αγαπημένου της, μέχρι η ταυτοποίηση να ολοκληρωθεί χρόνια μετά, κατά την εκταφή.
Οι διηγήσεις των Βικτώρια Γεωργούλα και Κατίνα Τσίρκα-Φλούντζη, μέλη του πρώτου μετά την απελευθέρωση Δ.Σ. της Πανελλήνιας Ένωσης Θυμάτων Κατοχής 1941-44, σχετικά με τον ενταφιασμό των 200 στο Γ΄ Νεκροταφείο, όπως αυτές αναφέρονται στην ιστοσελίδα Culture is Athens του Δήμου Αθηναίων, είναι συγκλονιστικές.
«Τους μετέφεραν με φορτηγά αυτοκίνητα. Όλοι ήταν ντυμένοι. Τα αίματα έτρεχαν απ’ τα αυτοκίνητα. Ήταν ζεστοί ακόμα. Μερικοί έδιναν την εντύπωση ότι ανέπνεαν», τους είπε ένας υπάλληλος του νεκροταφείου.
«Ένας εργάτης συγκινημένος μας είπε κάποια στιγμή “Άκουσα ελαφρά βογγητά. Οι Γερμανοί όμως με τα όπλα τους και τις αγριοφωνάρες τους μας έσπρωχναν, μας χτυπούσαν και μας ανάγκαζαν να δουλεύουμε βιαστικά για να τελειώνουμε γρήγορα-γρήγορα με την ταφή”».
Ο «Δρόμος των Ηρώων»
Την επόμενη κιόλας μέρα, ο λαός της Καισαριανής έγραψε τον δικό του επίλογο.
Η οδός Σκοπευτηρίου, όπως αναφέρει η ιστοσελίδα «Σαν Σήμερα», μετονομάστηκε αυθόρμητα σε «Οδό Ηρώων». Τα συνθήματα στους τοίχους έλεγαν την αλήθεια που οι ναζί προσπάθησαν να σβήσουν: «Αυτός ο δρόμος είναι Δρόμος Ηρώων. Τον διαβαίνουν οι λεβέντες του έθνους. Χτες 1 του Μάη τον διάβηκαν 200 παλικάρια».
./.
Τ α συγκλονιστικά αυτά ντοκουμέντα μιας ακόμη θηριωδίας των Ναζί , μου θύμισαν ένα διήγημα του αείμνηστου Μάριου Χάκκα -λησμονώ προς το παρόν τον τίτλο του- όπου περιγράφει με συνταρακτικό τρόπο τα συναισθήματά του καθώς περπατά σ' αυτόν τον δρόμο. Γράφει σε κάποιο σημείο ότι ένοιωθε ν' αναδύεται από το χώμα η μυρωδιά του αίματος των εκτελεσμένων! Η αποκάλυψη των φωτογραφιών μ' έκανε να νοιώσω την ίδια θανατερή ανατριχίλα. Μακάρι να μην ξανασυμβεί ποτέ κάτι τέτοιο, όμως η σημερινή καλοταϊσμένη και ανέμελη γενιά πρέπει να μάθει τα τραγικά αυτά γεγονότα για να φροντίσει να μην τα ζήσει.
Βαρβάρα Τ. Μπακάλη
